Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 70.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
öz 🔉  

ουσία (η) 🔉  
εαυτός (ο) 🔉  
πυρήνας (ο) 🔉  
öz bağışıklık 🔉  

αυτοανοσία (η) 🔉  
öz belirtim 🔉  

αυτοαναφορά (η) 🔉  
öz beslenme 🔉  

αυτοτροφία (η) 🔉  
öz denetim 🔉  

αυτοέλεγχος (ο) 🔉  
öz devim 🔉  

αυτοκίνηση (η) 🔉  
öz devinim 🔉  

αυτοκίνηση (η) 🔉  
öz dikeni 🔉  

αγκάθι (το) 🔉  
öz direnç 🔉  

ειδική αντίσταση (η) 🔉  
ειδική ηλεκτρική αντίσταση (η) 🔉  
öz dışı 🔉  

εξωγενής 🔉  
μη εγγενής 🔉  
öz eleştiri 🔉  

αυτοκριτική (η) 🔉  
öz geçmiş 🔉  

βιογραφικό (το) 🔉  
βιογραφία (η) 🔉  
öz güven 🔉  

αυτοπεποίθηση (η) 🔉  
öz indükleme 🔉  

αυτεπαγωγή (η) 🔉  
öz itme 🔉  

αυτοώθηση (η) 🔉  
öz itmeli 🔉  

αυτοωθούμενος 🔉  
öz ısı 🔉  

ειδική θερμότητα (η) 🔉  
ειδική θερμοχωρητικότητα (η) 🔉  
öz ışın 🔉  

ιδιοακτίνα (η) 🔉  
öz kardeş 🔉  

αδελφός εξ αίματος (ο) 🔉  
αδελφή εξ αίματος (η) 🔉  
öz kaynak 🔉  

ίδιοι πόροι (οι) 🔉  
ιδία κεφάλαια (τα) 🔉  
öz kedi balığıgiller 🔉  

ιχθυοοικογένεια «Öz kedi balığıgiller» (η) 🔉  
öz kesit 🔉  

ιδιοτομή (η) 🔉  
öz odun 🔉  

εγκάρδιο ξύλο (το) 🔉  
öz öğrenim 🔉  

αυτομόρφωση (η) 🔉  
αυτοδιδασκαλία (η) 🔉  
öz öğrenimli 🔉  

αυτοδίδακτος 🔉  
öz saygı 🔉  

αυτοσεβασμός (ο) 🔉  
αυτοεκτίμηση (η) 🔉  
öz su 🔉  

χυμός (ο) 🔉  
öz tahta 🔉  

εγκάρδιο ξύλο (το) 🔉  
öz yapı 🔉  

εσωτερική δομή (η) 🔉  
ιδιοδομή (η) 🔉  
öz yaşam 🔉  

ιδιωτική ζωή (η) 🔉  
προσωπική ζωή (η) 🔉  
öz yaşam öyküsü 🔉  

αυτοβιογραφία (η) 🔉  
öz yönetim 🔉  

αυτοδιοίκηση (η) 🔉  
αυτοδιαχείριση (η) 🔉  
ozalit 🔉  

οζαλίν (το) 🔉  
ozalitçi 🔉  

οζαλινίστας (ο) 🔉  
ozalitçilik 🔉  

οζαλινία (η) 🔉  
Özalp 🔉  

Οζάλπ (το) 🔉  
ozan 🔉  

βάρδος (ο) 🔉  
ποιητής (ο) 🔉  
ozanca 🔉  

ποιητικώς 🔉  
ως βάρδος 🔉  
ozanlaşma 🔉  

μετατροπή σε βάρδο (η) 🔉  
ozanlaşmak 🔉  

γίνομαι βάρδος 🔉  
ποιητικοποιούμαι 🔉  
ozanlık 🔉  

βαρδισμός (ο) 🔉  
ποιητική ιδιότητα (η) 🔉  
ozansı 🔉  

ποιητικός 🔉  
λυρικός 🔉  
ozansılık 🔉  

ποιητικότητα (η) 🔉  
Özbek 🔉  

Ουζμπέκος (ο) 🔉  
Ουζμπέκα (η) 🔉  
Özbek pilavı 🔉  

ουζμπεκικό πιλάφι (το) 🔉  
Özbekçe 🔉  

ουζμπεκικά (τα) 🔉  
özbeöz 🔉  

γνήσιος 🔉  
καθαυτός 🔉  
özbeslenen 🔉  

αυτοτροφικός 🔉  
özcesi 🔉  

εν ολίγοις 🔉  
με λίγα λόγια 🔉  
özdek 🔉  

ύλη (η) 🔉  
υλικό υπόστρωμα (το) 🔉  
 🌍