Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
 🔉  

πεινασμένος 🔉  
νηστικός 🔉  
Ac 🔉  

πεινασμένος 🔉  
aç açına 🔉  

νηστικός 🔉  
πεινασμένος 🔉  
aç biilaç 🔉  

πεινασμένος και άπορος 🔉  
aç karnına 🔉  

με άδειο στομάχι 🔉  
νηστικός 🔉  
acaba 🔉  

άραγε 🔉  
açabilme 🔉  

δυνατότητα ανοίγματος (η) 🔉  
açabilmek 🔉  

μπορώ να ανοίξω 🔉  
açacak 🔉  

ανοιχτήρι (το) 🔉  
εργαλείο ανοίγματος (το) 🔉  
açadurma 🔉  

διατήρηση ανοικτού (η) 🔉  
açadurmak 🔉  

κρατώ ανοιχτό 🔉  
αφήνω ανοιχτό 🔉  
açan 🔉  

ανθίζων 🔉  
ανοίγων 🔉  
açar 🔉  

ανοίγει 🔉  
ανοιχτήρι (το) 🔉  
acar 🔉  

ζωηρός 🔉  
δραστήριος 🔉  
τολμηρός 🔉  
Acar 🔉  

Ατζάρος (ο) 🔉  
Ατζάρα (η) 🔉  
Acara 🔉  

Ατζαρία (η) 🔉  
acarlaşma 🔉  

ζωηροποίηση (η) 🔉  
acarlaşmak 🔉  

ζωηρεύω 🔉  
γίνομαι δραστήριος 🔉  
acarlık 🔉  

ζωηράδα (η) 🔉  
δραστηριότητα (η) 🔉  
acayip 🔉  

παράξενος 🔉  
αλλόκοτος 🔉  
ιδιόρρυθμος 🔉  
acayipleşebilme 🔉  

δυνατότητα να παραξενέψει (η) 🔉  
acayipleşebilmek 🔉  

μπορώ να παραξενέψω 🔉  
acayipleşiverme 🔉  

αιφνίδια παραξένιση (η) 🔉  
acayipleşivermek 🔉  

παραξενεύω ξαφνικά 🔉  
acayipleşme 🔉  

παραξένιση (η) 🔉  
acayipleşmek 🔉  

παραξενεύω 🔉  
γίνομαι παράξενος 🔉  
acayipleştirme 🔉  

παραξένισμα (το) 🔉  
acayipleştirmek 🔉  

παραξενεύω 🔉  
καθιστώ παράξενο 🔉  
acayiplik 🔉  

παραξενιά (η) 🔉  
ιδιορρυθμία (η) 🔉  
accelerando 🔉  

ατσελεράντο (το) 🔉  
acele 🔉  

βιασύνη (η) 🔉  
acele posta 🔉  

ταχυδρομείο εξπρές (το) 🔉  
aceleci 🔉  

βιαστικός 🔉  
acelecilik 🔉  

βιασύνη (η) 🔉  
aceleleşme 🔉  

επιτάχυνση (η) 🔉  
aceleleşmek 🔉  

βιάζομαι 🔉  
επιταχύνομαι 🔉  
aceleleştirme 🔉  

επίσπευση (η) 🔉  
aceleleştirmek 🔉  

επισπεύδω 🔉  
βιάζω 🔉  
aceleten 🔉  

βιαστικά 🔉  
açelya 🔉  

αζαλέα (η) 🔉  
acem 🔉  

Πέρσης (ο) 🔉  
Περσίδα (η) 🔉  
Acem 🔉  

Πέρσης (ο) 🔉  
Περσίδα (η) 🔉  
Acem halayı 🔉  

περσικός χορός (ο) 🔉  
Acem işi 🔉  

περσικής τεχνοτροπίας 🔉  
Acem kılıcı 🔉  

περσικό σπαθί (το) 🔉  
Acem lalesi 🔉  

περσική τουλίπα (η) 🔉  
Acem pilavı 🔉  

περσικό πιλάφι (το) 🔉  
acemaşiran 🔉  

ατζεμασιράν (το) 🔉  
acemborusu 🔉  

βίγνονια (η) 🔉  
acembuselik 🔉  

ατζεμπουσελίκ (το) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱