Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 70.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
çan 🔉  

καμπάνα (η) 🔉  
Çan 🔉  

Τσαν (το) 🔉  
can 🔉  

ψυχή (η) 🔉  
ζωή (η) 🔉  
αγαπημένος/ή (ο/η) 🔉  
can acısı 🔉  

ψυχικός πόνος (ο) 🔉  
οδύνη (η) 🔉  
can alıcı 🔉  

καίριος 🔉  
εντυπωσιακός 🔉  
can alıcılık 🔉  

εντυπωσιακότητα (η) 🔉  
can arkadaşı 🔉  

καρδιακός φίλος (ο) 🔉  
στενός φίλος (ο) 🔉  
can bunaltısı 🔉  

ψυχική στενοχώρια (η) 🔉  
ανία (η) 🔉  
can çabası 🔉  

ύστατη προσπάθεια (η) 🔉  
çan çan 🔉  

ντιν-νταν 🔉  
çan çiçeği 🔉  

καμπανούλα (η) 🔉  
çan çiçeğigiller 🔉  

καμπανοειδή (τα) 🔉  
can damarı 🔉  

ζωτική αρτηρία (η) 🔉  
can direği 🔉  

κύριο κατάρτι (το) 🔉  
can dostu 🔉  

καρδιακός φίλος (ο) 🔉  
can düşmanı 🔉  

θανάσιμος εχθρός (ο) 🔉  
can eriği 🔉  

κορόμηλο (το) 🔉  
can feda 🔉  

θυσιάζω τη ζωή μου 🔉  
η ζωή μου θυσία 🔉  
can havliyle 🔉  

με απόγνωση 🔉  
σε πανικό 🔉  
can korkusu 🔉  

φόβος θανάτου (ο) 🔉  
çan kulesi 🔉  

καμπαναριό (το) 🔉  
can kurban 🔉  

θυσία η ζωή μου 🔉  
ας γίνει θυσία η ζωή μου 🔉  
can kuşu 🔉  

ψυχή (η) 🔉  
can noktası 🔉  

ζωτικό σημείο (το) 🔉  
can pahasına 🔉  

με κίνδυνο ζωής 🔉  
με τίμημα τη ζωή 🔉  
can pazarı 🔉  

πανικός (ο) 🔉  
χαώδης σκηνή (η) 🔉  
can sağlığı 🔉  

υγεία (η) 🔉  
can simidi 🔉  

σωσίβιο (το) 🔉  
σωστικός δακτύλιος (ο) 🔉  
can sıkıntısı 🔉  

ανία (η) 🔉  
πλήξη (η) 🔉  
can sohbeti 🔉  

εγκάρδια συζήτηση (η) 🔉  
οικεία κουβέντα (η) 🔉  
can suyu 🔉  

νερό ζωής (το) 🔉  
νερό για αναζωογόνηση (το) 🔉  
can tahtası 🔉  

σανίδα σωτηρίας (η) 🔉  
can yeleği 🔉  

σωσίβιο γιλέκο (το) 🔉  
can yoldaşı 🔉  

σύντροφος ζωής (ο/η) 🔉  
συνοδοιπόρος (ο/η) 🔉  
cana 🔉  

στην ψυχή 🔉  
στη ζωή 🔉  
cana yakın 🔉  

συμπαθητικός 🔉  
προσιτός 🔉  
cana yakınlık 🔉  

συμπάθεια (η) 🔉  
προσιτότητα (η) 🔉  
çanak 🔉  

μπολ (το) 🔉  
λεκάνη (η) 🔉  
πιάτο (το) 🔉  
çanak ağızlı 🔉  

με χείλος σαν μπολ 🔉  
çanak anten 🔉  

δορυφορικό πιάτο (το) 🔉  
çanak çömlek 🔉  

κεραμικά (τα) 🔉  
πήλινα σκεύη (τα) 🔉  
çanak üzengi 🔉  

αναβολέας (ο) 🔉  
çanak yalayıcı 🔉  

γλείφτης πιάτων (ο) 🔉  
çanak yalayıcılık 🔉  

γλειψιματία (η) 🔉  
çanak yaprak 🔉  

σέπαλο (το) 🔉  
çanakçı 🔉  

αγγειοπλάστης (ο) 🔉  
Çanakçı 🔉  

Τσανάκτσι (το) 🔉  
çanakçık 🔉  

μικρό μπολ (το) 🔉  
κοτύλη (η) 🔉  
çanakçılık 🔉  

αγγειοπλαστική (η) 🔉  
Çanakkale 🔉  

Τσανάκκαλε (το) 🔉  
 🌍